Τετάρτη

Στάνλεϋ Κιούμπρικ εναντίον Στήβεν Κινγκ, ταινίες εναντίον βιβλίων (και το νόημα της τέχνης)

(Ένα κείμενο σε 10 σκηνές)

1η σκηνή: Πρελούδιο της απογοήτευσης

Σε όλους μας έχει συμβεί. Μόλις μαθαίνεις ότι το αγαπημένο σου βιβλίο έγινε ταινία τρέχεις στον κινηματογράφο για να δεις αν ο σκηνοθέτης κατάφερε να αποδώσει το όραμα του συγγραφέα. Και σχεδόν πάντα απογοητεύεσαι.

Το βιβλίο, έτσι όπως το είχες φανταστεί, ήταν πολύ καλύτερο.

Και πολλοί συγγραφείς που είδαν το έργο τους στην οθόνη εξοργίζονται με το αποτέλεσμα (εκτός κι αν πρόκειται για βιβλία-σενάρια, που γράφτηκαν για να γίνουν ταινίες, όπως εκείνα του Νταν Μπράουν και του Τζορτζ Μάρτιν).

~~

2η σκηνή: Οι πιο γνωστές ιστορίες συγγραφέων που μίσησαν τις ταινίες

Ο Μίλαν Κούντερα δεν ήθελε ν’ ακούει για την Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Κάουφμαν, τόσο που απαγόρευσε κάθε κινηματογραφική μεταφορά των βιβλίων του μετά απ’ αυτό.

Ο Κεν Κέσσεϋ δούλεψε μαζί με τον σκηνοθέτη Φόρμαν τη Φωλιά του Κούκου, αλλά είχε τόσες αντιρρήσεις για το έργο που δεν ήθελε καν να πάει να το δει όταν προβλήθηκε.

Ο Winston Groom θύμωσε τόσο με το Φόρεστ Γκαμπ του Ζεμέκις που ξεκίνησε τη συνέχεια του βιβλίου με τη φράση: «Μην αφήσετε κανέναν να κάνει ταινία την ιστορία της ζωής σας».

Όσο για την P.L. Travers και τον τρόπο που χειρίστηκε ο Γουόλτ Ντίσνεϋ τη Μαίρη Πόπινς… Η Τράβερς έκλαιγε καθόλη τη διάρκεια της ταινίας και απαγόρευσε στην Ντίσνεϋ ν’ αγγίξει τα επόμενα βιβλία της.

Ο Anthony Burgess θεώρησε τόσο αποτυχημένο το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Κιούμπρικ, που αργότερα έγραψε ότι θα προτιμούσε να μην είχε γράψει ποτέ το βιβλίο!

Και προσέξτε! Όλες οι παραπάνω ταινίες θεωρούνται αριστουργήματα. Γιατί, λοιπόν, οι συγγραφείς και οι αναγνώστες απογοητεύονται απ’ τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων;

Ίσως μπορούμε να το καταλάβουμε αν συγκρίνουμε ένα άλλο βιβλίο και τη κινηματογραφική του μεταφορά (που μίσησε ο συγγραφέας), τη Λάμψη του Στήβεν Κινγκ και τη Λάμψη του Στάνλεϋ Κιούμπρικ.

Ας ξεκινήσουμε απ’ το βιβλίο, γιατί αν υπήρχε αυτό δεν θα υπήρχε και η ταινία.

Δευτέρα

Λαθροπλούσιοι



Η συναυλία του Αντώνη Ρέμου με έναν Λιβανέζο και έναν Τούρκο τραγουδιστή στο Nammos της Μυκόνου -με αφορμή τη μεγάλη γιορτή των μουσουλμάνων-, προσέλκυσε πολλούς Άραβες και Τούρκους επιχειρηματίες.   

Αυτή η συναυλία -όπου τα έσοδα ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο ευρώ- μας βοηθάει να καταλάβουμε πως κανείς δεν έχει πρόβλημα με τους πλούσιους μουσουλμάνους.

Κανείς δεν έχει πρόβλημα με τους ζάπλουτους Άραβες που σκορπάνε τα χρήματά τους στην Ελλάδα.

Κανείς δεν έχει πρόβλημα με τους Άραβες που αγοράζουν ελληνικά νησιά, και εκτάσεις γης και σπίτια σε ελληνικά νησιά.

Το πρόβλημα το έχουν με τους φτωχούς μουσουλμάνους.

Αν είσαι πλούσιος, δεν είσαι μουσουλμάνος· είσαι πλούσιος.

Μουσουλμάνος γίνεσαι, όταν είσαι φτωχός.

Είναι γνωστό πως οι θρησκείες είναι για τους φτωχούς.

Οι πλούσιοι δεν έχουν θρησκεία.

Παρασκευή

Οι αντίπαλοι του ποιητή, του Φώτη Μισόπουλου



Braving time/ EZRA POUND [1*]

.....κάποτε σταματούνε επιτέλους οι απόηχοι - και τα σκοτάδια ξαναβρίσκουν την ακινησία τους -, αυτή είναι και η πραγματική εξουσία του χρόνου, ο καθένας ζει σε μια διπροσωπία, ότι ανακάλυψε την magna opera της ποίησής του ή πάλι με απασχόλησε ο Ηρόστρατος στην επιδίωξη πως θα 'μενε αιώνια στην ιστορία η υστεροφημία του- έως της συντελείας του κόσμου τούτου,- εμπρηστής και δοξομανής, γιατί οι θεοί - και οι άνθρωποι - θα συγχωρούσαν τη βλάσφημη πράξη του, γι' αυτό που έκανε στο ναό της Αρτέμιδος,- μιλάμε για την Έφεσο το 356 π. Χ. - απαράλλαχτα ό,τι συμβαίνει με την αιώνιότητα σ' ένα σονέτο του Σαίξπηρ, μια ακροστιχίδα του Μπλέικ, τις μισοσβησμένες παραλλαγές κάποιου άγνωστου ποιητή που θα δεί την αυτοκρατορική επισημότητα του έργου του στο αύριο μιας ανολοκλήρωτης ιστορικότητας, δικής του ή ακόμα κι εκείνης ενός προσωπείου του, ενός ετερωνύμου του, - στο σεπτό καθρέφτη του Ιανού,- ήταν, λοιπόν, πολλοί από αυτούς που αναγόρευσαν τον Ηρόστρατο σε ποιητή, γιατί ξαφνικά η ποίηση γινόταν ολοένα και η πιο κατά συνθήκη εξέγερση - και ο Ματτία Πασκάλ ή ο Άλβαρο ντε Κάμπος ήρθαν πολύ καθυστερημένα να συζητήσουν μαζί μου - αλήθεια, πότε το παρελθόν εξακολουθεί να πατάει στην άκρη του παρόντος και πότε ο Μαρινέττι κι ο φουτουρισμός του ήταν το ίδιο αξιόπιστος όσο ένα αξίωμα της ναυπηγικής - τα λέω και για τους δύο- αυτά τ' αξιοσέβαστα προσωπεία που μετατρέπουν την ιστορία σε απόγνωση, θα ζητούσαν κάποτε ταπεινά συγνώμη για όλους μας - μπορεί και για κείνον τον Ηρόστρατο, από το τέλος της άβυσσος [1]

Πέμπτη

Φτηνόπωρο



Του Σταύρου Αντύπα

Φθίνουσα εποχή. Στο ράφι της ιστορίας, μικροπωλητές με χαλαρές τις γραβάτες, αντικαθιστούν τα ώριμα σταφύλια της οργής με ψεύτικους και σχεδόν σαπισμένους αντικατοπτρισμούς. Δίπλα στα τσιγάρα με φόρο πολυτελείας, κονσέρβες με ημερομηνίες λήξης έναν αιώνα πίσω, απειλούν με γενοκτονία τις τάξεις εκείνες που ευδαιμονούν πάνω από μεταλλικά τασάκια με νωπά, από τις πρώτες βροχές, αποτσίγαρα.

Η πληρωμένη αφθονία μιας απρόσωπης μειοψηφίας, ερμητικά τοκισμένη με τον ιδρώτα ρυτιδιασμένων κροτάφων που έγειραν έξω από το ζύγι συμβιβασμένων βλεμμάτων, θυσιάζει τις κερασιές που ξέχασαν να ανθίσουν, κρεμώντας τα άνθη που δεν άνοιξαν ή άργησαν να κοκκινίσουν πάνω σε κοκάλινους αγκαθωτούς σταυρούς. Ένας φωτογράφος, με τρίποδο που στέκει στις δυο όχθες του ίδιου ωκεανού, στέλνει μαζικά στο ανώνυμο πλήθος άγουρων πεποιθήσεων, την πειστική εικόνα κάποιου μεσήλικα εγκληματία ψαρά που εκβίασε σε ζωντανή σύνδεση τα ήρεμα συθέμελα της παγκόσμιας τάξης.

Άφθονη και η σπουδή. Στα ιδιωτικά διδακτήρια επιχορηγούμενων κολλεγίων, άσπονδοι και αμέθυστοι καθηγητές, με πίπες επιλεκτικά σβησμένης σοφίας, ξεκινούν την χρονιά καλοχτενισμένων νεαρών μαθητών, με την ανάποδη τροχιά μιας αχώνευτης ιστορίας. Στην αλχημεία των αριθμών, οι εξισώσεις με αγνώστους σωρό, βάφονται στο χρώμα κόκκινων φανατικών για να ξεπλυθεί το μελανό χρώμα του πλούτου. Στις φαβορίτες του δολαρίου, στρώσεις αγνοουμένων ανθρακωρύχων εξισώνονται με τις λευκές κόνιδες μιας φυλής σε υπεροχή, στην κόψη των πενήντα ευρώ, η όψη μιας Ευρώπης που καίγεται ζωντανή σε φούρνο μικροκυμάτων, παίρνει την μορφή ξαναζεσταμένων φαντασμάτων με πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων.

Τετάρτη

Ο άνθρωπος που συρρικνώθηκε σε παιδί

by SaneJoker    

Ακούω τον Αλκίνοο Ιωαννίδη με μια κιθάρα να τραγουδά. Έχει κοντά γκρίζα μαλλιά και μούσι πια, τα μάτια του κουρασμένα, αλλά η φωνή του ξεκούραστη σαν να ‘ναι είκοσι χρονών.

Λένε πως η όσφρηση είναι η αίσθηση που συνδέεται απευθείας με την μνήμη. Ο Προυστ δεν θα διαφωνούσε, αφού η μαντλέν που προκάλεσε το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», θα υπολειπόταν σε γεύση, αν πρώτα δεν τη μύριζε.

Όμως και η μουσική έχει κάποιες φορές τέτοιες ιδιότητες, μνημο-διεγερτικές.


Ακούω το «Δεν μπορώ» και θυμάμαι έναν άλλο εαυτό μου, είκοσι χρόνια πριν. Στραβόγιαννο στη Σούδα, να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει φάλτσα, μαζί μ’ έναν ναύτη-σειρά απ’ το Ζαγκλιβέρι, «ο χειμώνας με πληγώνει».

Κι αναρωτιέμαι: Ποιος ήταν εκείνος ο εικοσάχρονος στη Σούδα; Και τι σχέση έχει ο μεσήλικας Αλκίνοος μ’ εκείνον τον μακρυμάλλη που ακούγαμε στο στρατόπεδο;

«Αλλά έχω γράψει γι’ αυτό», μου ‘ρχεται στο μυαλό. «Για τους κλώνους μας.»

Βρίσκω το κείμενο στα πρόχειρα, δεν το είχα κοινοποιήσει τότε. Όμως ακόμα κι ο εαυτός μου πριν έξι μήνες, μοιάζει να ζούσε τη ζωή κάποιου άλλου.

~~

Το κείμενο κάποιου κλώνου:
Επιστρέφω σπίτι το βράδυ, μετά από εννιάμιση ώρες κυριακάτικης εργασίας. Μπήκε ο Μάρτης, βγήκε ο ήλιος κι όλοι αποφάσισαν να βγουν για καφέ.

Οι μυς στο πίσω μέρος των ποδιών, απ’ τον αστράγαλο ως τον κώλο, έχουν γίνει μια συμπαγή μάζα, λίγο πριν την κράμπα.

Τρώω ό,τι βρίσκω στον πάγκο της κουζίνας, ανάκατα. Κέικ μήλου, ρύζι, λαχανοντολμάδες, σοκολάτα, μια μπανάνα, δυο τυροπιτάκια, μακαρόνια. Αν έβρισκα και χταπόδι με ροδάκινο κομπόστα θα τα καταβρόχθιζα κι αυτά.

Δεν νιώθω κουρασμένος. Έχω τόση ένταση ακόμα που δεν μπορώ να νιώσω και πολλά πράγματα, πέρα από πείνα. Βάζω κρασί για να χαλαρώσω το κεφάλι μου. Να γράψω κάτι είναι αδύνατον. Το μόνο που θέλω είναι να σταματήσω να κάνω. Συγγραφέας μετά από εννιάμιση ώρες δουλειάς υψηλού μόχθου δεν γίνεσαι -ούτε γεννιέσαι.

~~

Στη δουλειά συνάντησα κι έναν διάσημο-επαγγελματία συγγραφέα. Φαινόταν νευρωτικός και αλλοπρόσαλλος, κάπως απροσάρμοστος, έτσι όπως οφείλουν να είναι οι συγγραφείς.

Τον αναγνώρισα μόλις μπήκε στο μαγαζί, κι αυτός μάλλον το κατάλαβε («με αναγνώρισαν!») Έκατσε στο τραπέζι με την παρέα του, πήρε να πιει μια σουρωτή με λεμόνι. Ήταν ντυμένος σαν συγγραφέας, είχε τον σωματότυπο συγγραφέα, το σουλούπι συγγραφέα, το πρόσωπο συγγραφέα, την έκφραση συγγραφέα, σχεδόν γραφικός -αυτό που όλοι έχουν κατά νου όταν σκέφτονται «συγγραφέας».

Αλλά ήθελα να είμαι βέβαιος ότι τον είχα αναγνωρίσει σωστά. Τον πλησίασα και του είπα σιγά, να μην ακούσουν οι γύρω:
«Συγνώμη. Είστε ο Κορτώ;»
«Ναι!» έκανε αυτός δυνατά, και μου ‘δωσε το χέρι. «Ευχαριστώ.»

Δεν κατάλαβα γιατί με ευχαρίστησε.

~~

Καταρρέω στον καναπέ για να δω μια ταινία. Για κάποιο λόγο, που δεν μπορώ να εξηγήσω ούτε κι έχει σημασία να το κάνω, όταν είμαι υπερβολικά κουρασμένος θέλω να βλέπω ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Βάζω να δω το Moon, μια κλειστοφοβική ταινία του 2009, που έχει σκηνοθετήσει ο Ντάνκαν Τζόουνς (τυχαίνει να είναι γιος του Ντέιβιντ Μπάουι).

Ο Σαμ Μπελ, εργάζεται (μόνος) με τριετές συμβόλαιο στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, όπου κάνει εξόρυξη ηλίου-3. Λίγες μέρες πριν έρθει ο καιρός για να επιστρέψει στη Γη και στην οικογένεια του αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ο πραγματικός Σαμ Μπελ, αλλά ένας απ’ τους εκατοντάδες (αναλώσιμους) κλώνους του Σαμ Μπελ, που η Εταιρεία χρησιμοποιεί και θανατώνει όταν τελειώσουν τη δουλειά τους.

Η ταινία, παρότι «θεατρική» (παίζει μόνο ένας ηθοποιός κι ένα ρομπότ-σερβιτόρος) είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Όμως τα μάτια μου κλείνουν καθώς προσπαθώ να την παρακολουθήσω.

Κλείνω το δεξί μάτι, κοιτώ με το αριστερό, μετά κλείνω το αριστερό, κοιτώ με το δεξί, σαν πελαργός που στέκεται στα μάτια του εναλλάξ.

Και καθώς βρίσκομαι ανάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο, δελφίνι του καναπέ που κοιμίζει το ένα ημισφαίριο, μου ‘ρχεται η ανάμνηση, σαν να τη ζω και πάλι.

~~

Ήμουν παιδί, ίσως δέκα χρονών, κι έκανα διακοπές στη Θάλαττα, στο σπίτι της γιαγιάς. Καθώς παίζαμε στα χωράφια και στις ρεματιές με τον αδελφό μου και τ’ άλλα παιδιά, μου μπήκε ένα κλαδί στο μάτι.

Δεν θυμάμαι πολλά. Μόνο ότι βρέθηκα, το βράδυ, με το ‘να μάτι κλεισμένο μ’ επίδεσμους. Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι-καναπέ όπου κοιμόταν η γιαγιά μου. Πάνω απ’ το κεφάλι μου έκαιγε και μύριζε το καντήλι -που ποτέ δεν έσβηνε. Απέναντι, πάνω στο ψυγείο, ήταν η τηλεόραση. Μια ασπρόμαυρη, από ‘κείνες που πατούσες τα κουμπιά της για ν’ αλλάξεις κανάλι -και τα έστριβες για να φτιάξεις την εικόνα ή τον ήχο.

Έπαιζε, σε κάποιο κρατικό, τότε δεν υπήρχαν ιδιωτικά (δορυφορικά, ιντερνετικά), την ταινία «Ο άνθρωπος που συρρικνώθηκε». Ήταν ένα τελείως b-movie επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιος περνούσε μέσα από ένα ραδιενεργό σύννεφο και ξεκινούσε να μικραίνει.

Στην αρχή κόνταινε λιγάκι, μετά γινόταν σαν νάνος, μετά σαν κούκλα, κι όλο μίκραινε, γινόταν σαν έντομο, πολεμούσε με μια αράχνη που προσπαθούσε να τον φάει, μετά μίκραινε κι άλλο, σαν μόριο -και μάλλον θα περνούσε σε κβαντικό επίπεδο κάποια στιγμή.

Περίμενα μέρες να δω αυτή την ταινία. Ο οδηγός της τηλεόρασης ήταν το μόνο περιοδικό που διαβάζαμε, πέρα απ’ τα κόμιξ. Αλλά μ’ ένα μάτι είναι δύσκολο να δεις. Κάθε τόσο κουραζόταν, δάκρυζε, κι αναγκαζόμουν να το κλείνω, ζητώντας απ’ τον αδελφό μου να μου λέει τι γίνεται.

~~

Σαράντα χρονών και κάτι πια, ξαπλωμένος στον καναπέ, με το ένα μάτι ανοιχτό, βλέποντας μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και πάλι, θυμάμαι εκείνο το παιδί και προσπαθώ να καταλάβω τι σχέση έχω μαζί του.

Είμαι το ίδιο άτομο;

Αν το δω πραγματιστικά, όνομα-επίθετο-γονείς κλπ, τότε είμαι εκείνος, τριάντα χρόνια μετά.

Αν το δω σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας θα μπορούσε να είναι ένα εμφύτευμα μνήμης. Να μην έχω ζήσει ποτέ μια τέτοια κατάσταση, αλλά αφού τη θυμάμαι να τη θεωρώ πραγματική.

Αν το δω ψυχολογικά, τότε πρέπει να αναρωτηθώ για τη διαφορά ανάμεσα στον παιδικό εαυτό κι αυτό που υπάρχει μετά από τριάντα χρόνια.

Όμως φιλοσοφικά έχει περισσότερο ενδιαφέρον (ως συνήθως). Αυτό το παιδί, εφόσον υπήρξε, είναι το ίδιο πρόσωπο με μένα; Οι εμπειρίες και οι κακουχίες, οι ηδονές και οι καταστάσεις, κι όλα όσα είδα-έκανα-έζησα, δημιούργησαν έναν νέο άνθρωπο, κάτι διαφορετικό;

Το σώμα μου άλλαξε. Το παιδί-εγώ λίγο μοιάζει με τον ενήλικα-εγώ. Όσο μου μοιάζει ο γιος μου.

Κι ο χρόνος που πέρασε; Λέμε ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σε δύο διαφορετικά μέρη την ίδια στιγμή. Διαφορετικός χώρος, διαφορετικά όντα, αυτό λέει η λογική. Μήπως θα μπορούσε τότε να λέει και: «Διαφορετικός χρόνος-διαφορετικά όντα»;

Υπάρχει ένας σαραντάρης που βλέπει ταινία επιστημονικής φαντασίας, με το ένα μάτι ανοικτό.

Υπάρχει ένας δεκάχρονος που προσπαθεί να δει ταινία επιστημονικής φαντασίας με το ένα μάτι ανοικτό.

Είναι το ίδιο πρόσωπο;
~~

Αύγουστος πλέον και συνεχίζω το κείμενο μετά την αναλαμπή του Αλκίνοου.

Ίσως ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αυταπάτη. Ένα φίλτρο για να κατανοήσουμε την ασύλληπτη πολυπλοκότητα που μας υπερβαίνει.

Αν όλοι μου οι εαυτοί υπήρχαν ταυτόχρονα, απ’ το βρέφος ως τον ετοιμοθάνατο γέρο, πώς θα ένιωθα;

Λένε πως όταν πεθαίνεις βλέπεις όλη σου τη ζωή να περνάει μπρος απ’ τα μάτια σου. Συνήθως το φανταζόμαστε σαν snapshot, ενσταντανέ, στιγμιότυπα.

Όμως πώς θα ήταν αν εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή βλέπαμε-ακούγαμε-νιώθαμε-σκεφτόμασταν-ονειρευόμασταν-παθαίναμε (κλπ) όλα όσα είδαμε-ακούσαμε-μυρίσαμε-υποψιαστήκαμε-σκεφτήκαμε-νιώσαμε (κλπ), σε όλη μας τη ζωή;

Κι αν ακόμα βλέπαμε-ακούγαμε-παθαίναμε (κλπ) κι όλα εκείνα τα παράλληλα σύμπαντα, όσα θα συνέβαιναν αν κάναμε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που κάναμε, αν ερωτευόμασταν διαφορετικό άνθρωπο, αν περνούσαμε σε διαφορετική σχολή, αν στρίβαμε σε διαφορετικό δρόμο, αν τρώγαμε μανιτάρια κι όχι πατάτες εκείνη τη βραδιά;

Τότε η τελευταία αναλαμπή θα ήταν μεγάλη όσο ολόκληρο το σύμπαν. (Κι ίσως αυτό που γνωρίζουμε ως σύμπαν να μην είναι τίποτα άλλο απ’ την τελευταία αναλαμπή κάποιου θεού).

~~

Ο Μαρκ Τουέην είχε πει ότι δεν τον φοβίζει ο θάνατος. Γιατί ήταν νεκρός δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθεί, και πραγματικά δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι.

Όμως, αγαπητέ και νεκρέ Τουέην, κατάλαβες ότι ζεις όσο ζούσες, γι’ αυτό μπόρεσες να γράψεις κι αυτό το ευφυολόγημα.

~~

Τελευταία εικόνα: Βρίσκομαι σ’ ένα γηροκομείο. Βλέπω τους υπέργηρους να κρατιούνται απ’ τη ζωή όσο μπορούν.

Είναι εκεί, απέναντι μου, ένας γέρος, ξαπλωμένος κι ανήμπορος, λιωμένος κι άνοος, μωρό σχεδόν, που απλώνει το χέρι του και πιάνεται απ’ το κάγκελο του κρεβατιού. Το σφίγγει μ’ όλη του τη δύναμη. Δεν θέλει να φύγει.

Όλοι οι εαυτοί μας, από παιδιά ως ετοιμοθάνατοι, απεχθάνονται τον θάνατο. Ίσως γιατί ο θάνατος-πριν κι ο θάνατος-μετά θα διαρκέσει δισεκατομμύρια χρόνια. Ανάμεσα υπάρχει ένα στιγμιότυπο ζωής.

Όπου κουραζόμαστε, ερωτευόμαστε, βλέπουμε ταινίες μ’ ένα μάτι, ακούμε μουσική και κάνουμε φίλους, παίζουμε και γερνάμε.

Ξεκινάμε από μια στιγμή πάθους, μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε, και μετά ξεκινάμε να συρρικνωνόμαστε πάλι, ως που να γίνουμε παιδιά, μωρά, κουκίδες.

Μια στιγμή διαρκεί, αλλά κάποιες φορές φαντάζει αιώνια.

Τρίτη

Εκεί που μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι



Στα πρεζόνια, τα εξαρτημένα από την δόση τους, οι έμποροι σκληρών ναρκωτικών, πριν δώσουν την σκόνη, φροντίζουν να αρπάξουν ό,τι μπορούν. 

Ζητάνε ότι θέλουν και συνήθως το παίρνουν.

Δεν κάθονται, βέβαια, οι ίδιοι να διαπραγματευτούν με το πρεζόνι. Το βαποράκι είναι αυτό που κάνει τη βρώμικη δουλειά.

Ο εξαρτημένος, αυτός που χρειάζεται την τζούρα για να ταξιδέψει στα σύννεφα, δεν διαφέρει και πολύ από τον άφραγκο που έχει ανάγκη λίγα χρήματα για να τα βγάλει πέρα.

Η διαφορά είναι ότι την πρέζα, στον ναρκομανή, την προμηθεύει ένας έμπορος ναρκωτικών ενώ τα χρήματα, στον μπατίρη ιδιώτη, τα πασάρει μια εμπορική Τράπεζα.

Δάνεια, όμως, δεν παίρνουν μόνο οι Ιδιώτες. Παίρνουν και τα Κράτη.

Και αυτά, τα χρεωκοπημένα κράτη δηλαδή, σαν τους τους εξαρτημένους χρήστες είναι.

Οι ρόλοι, πολύ λίγο αλλάζουν.

Την θέση του ναρκέμπορου παίρνει το ΔΝΤ, καμία Ευρωπαϊκή ή Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΟΟΣΑ που είναι ο πιο καλός από τους τρείς.

Είναι αυτός, από την φαμίλια του εμπόρου, που συμβουλεύει τους χρήστες να μην κατεβάζουν σκέτο το ναρκωτικό, αλλά να κάνουν, με την χρήση ειδικών οργάνων, και ασκήσεις αναπνοής για να μη πέφτουν τάβλα μετά την ένεση.

Ο ΟΟΣΑ, για τις ανάλογες ασκήσεις, δίνει εργαλεία από μια εργαλειοθήκη.

Σαν τον υδραυλικό, που στην δική του εργαλειοθήκη έχει κάβουρες, μιτοτσίμπιδα και σφίχτες για να μαζεύει τις διαρροές, ο ΟΟΣΑ εκτός απο σφίχτες έχει και τσεκούρια.

Για να κόβουν συντάξεις και δαπάνες από το σπάταλο κράτος που δανείζει το μεγάλο αφεντικό.

Κι αν νομίζετε ότι βαποράκια και αβανταδόροι ή τσιλιαδόροι και ρουφιάνοι υπάρχουν μόνο στο κύκλωμα των σκληρών ναρκωτικών, κάνετε μεγάλο λάθος.

Βαποράκια έχει και το ΔΝΤ. Για να μοιράζει τις δικές του δόσεις.

Ποιοι παίζουν αυτό τον ρόλο στο κύκλωμα των κρατικών χρεών;

Από Διοικητές τραπεζών που σπρώχνουν δάνεια σε χρεωκοπημένες επιχειρήσεις, μέχρι δημοσιογράφους τηλεοπτικών καναλιών και εφημερίδων που πουλάνε φήμες για καταστροφές.

Και από αρχηγούς κομμάτων μέχρι επικεφαλής στατιστικών υπηρεσιών που σπέρνουν τον πανικό.

Ότι χωρίς την δόση του, ένα Κράτος θα σωριαστεί και δεν θα μπορεί να πάρει τα πόδια του.

Δευτέρα

Ο Νταλάρας του μνημονίου στο φεστιβάλ της ΚΝΕ


Το φετινό φεστιβάλ της ΚΝΕ, της νεολαίας του ΚΚΕ λαμβάνει χώρα το τριήμερο 21-23 Σεπτεμβρίου, στο πάρκο Τρίτση,  και πάντα τα φεστιβάλ της ΚΝΕ αποτελούσαν γεγονός για όλη την αριστερά και εκτός ΚΚΕ.

Αυτό που έκανε εντύπωση διαβάζοντας το καλλιτεχνικό πρόγραμμα που και φέτος είναι πλούσιο (διαβάστε το ΕΔΩ) είναι η επιστροφή Νταλάρα. Ο Γιώργος Νταλάρας που ξεκινώντας την καριέρα του έδωσε πολλές φορές το παρών στα φεστιβάλ, την περίοδο των μνημονίων, δήλωνε ότι τα μνημόνια ήταν αναγκαίο κακό και στήριζε την σύζυγο του που ήταν στέλεχος του ΠΑΣΟΚ.

Γιάννης Αγγελάκας στα στενά του Λονδίνου: “O φόβος ήταν πάντα καταστολή. Υπάρχει καλύτερη καταστολή;”


Συνέντευξη στους Χάρις Γεωργίου και Χρήστο Διαμάντη



Επιμέλεια κειμένου: Χάρις Γεωργίου | Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης

O₂, Academy Islington. Σε ένα κατάμεστο συναυλιακό χώρο, ζήσαμε τη γιορτή εκτός συνόρων. Γιάννης Αγγελάκας και 100°C live στο Λονδίνο, με καινούρια κομμάτια, ροκ διάθεση και τον κόσμο να τρελαίνεται με τα ήσυχα τραγούδια για ανέμελα λιβάδια. Έλληνες φοιτητές και μετανάστες να πλημμυρίζουν το χώρο, σε μία ξέφρενη μέθεξη, μιας και κάτι τέτοιες βραδιές έχουν γεύση νοσταλγική από την Ελλάδα που γουστάρουμε, την Ελλάδα του ροκ εν ρολ, την Ελλάδα που έχει κάτι να πει.

Σε αυτή την παράξενη πόλη, λοιπόν, δύο μέρες μετά από  αυτό το live σε ένα καφέ στην καρδιά του Λονδίνου, κάπου στο Σόχο, συναντήσαμε το Γιάννη Αγγελάκα και τον Sonny Touch, που μαζί πριν 2 χρόνια ξεκίνησαν να στήνουν τα περισσότερα τραγούδια του κανούριου δίσκου. Ο Sonny ζει πλέον μόνιμα στο Λονδίνο.  Συζητήσαμε για τα ταξίδια, το Magic Bus, τη μουσική, το σήμερα.

Η σερβιτόρα θα μας πλησιάσει και θα καταλάβει ότι είμαστε Έλληνες.

«Έλληνες είστε ρε παιδιά;» Και κάπως έτσι, θα ξεκινήσει η συζήτηση.

Είμαστε πολλοί εδώ. Συναντήσαμε αρκετούς Έλληνες.
Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα στην Ελλάδα, πώς να ζήσεις; Σκέψου όλα αυτά τα παιδιά που είναι τόσα χρόνια άνεργοι. Φεύγουν, τί να κάνουν, ψάχνουν κάπου αλλού να κερδίσουν τη χαμένη τους νιότη, την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό και την εξέλιξη τους.

Είναι και ωραία πόλη το Λονδίνο.
Ωραία είναι, ναι, αλλά λένε ότι είναι πανάκριβα και σκληρά για να ζεις εδώ, μην ξεχνάτε ότι είμαστε στη γενέτειρα του καπιταλισμού.

Πότε ξεκίνησες να έρχεσαι εδώ;
Πρώτη φορά ήρθα το ’93 σαν επισκέπτης και μετά το ’94 ήρθαμε και παίξαμε με τις Τρύπες. Ε, μετά ερχόμασταν είτε με τις Τρύπες είτε μόνος μου συνέχεια. Στο Λονδίνο τη δεκαετία του ’90 ήταν πιο ζωηρά τα πράγματα. Υπήρχε ζωντανή μουσική σκηνή, το trip-hop, το hip hop, dub, reggae, μαύρη μουσική, οι άνθρωποι πιο χαλαροί. Γνώρισα ένα Λονδίνο που ήταν στις καλές του.

Και πρωτοπαίξατε το ’94;
Ναι, θυμάμαι το ’93 που είχα έρθει, περνούσαμε με μια φίλη μου μπροστά από το θρυλικό Marquee, και λέω «Θέε μου,  το Marquee!». Και μου λέει η φίλη μου «Πού ξέρεις; Μπορεί να παίξεις κι εσύ μια μέρα εδώ.» Και με το που γυρνάω Θεσσαλονίκη, είχαν κλείσει συναυλία οι Τρύπες στο Marquee. Σαν να είχα κάνει μια εύχη στο τυχερό μου αστέρι. Έκτοτε παίξαμε αρκετές φορές εκεί.

Πώς ήταν σαν εμπειρία;
Σαν να ζεις στο όνειρο.

Το κοινό;
Τότε ήταν κυρίως φοιτητές, δεν είχαμε τόσους μετανάστες. Ωραία ήταν, όμως τώρα τα παιδιά έρχονται με περισσότερη ένταση και πιο αποφασισμένα να το γλεντήσουν, βλέπεις, άλλο φοιτητές, άλλο μετανάστες. Τώρα τριγυρνάμε και παίζουμε πολύ συχνά στο εξωτερικό. Έχουν στηθεί μικρές Ελλάδες παντού και γίνονται περισσότερα live.

Είχες έρθει με Magic Bus;
Όχι. Στο Παρίσι είχα πάει με Magic Bus, από Θεσσαλονίκη. Είχαμε κάνει 24 ώρες ταξίδι, κάτι ερείπια λεωφορεία, αλλά δε μας ένοιαζε. Ήταν μία γραμμή που ξεκινούσε από Λονδίνο, σταμάταγε Παρίσι, μάζευε  χίπηδες φρικιά και πήγαινε Ινδία. Και περνούσε και από Θεσσαλονίκη. Εκεί που στάθμευε υπήρχε ένα youth hostel, που έμεναν μερικές μέρες οι χίπηδες που άφηνε το Magic Bus και όλα τα αλητάκια, όλα τα ανήσυχα τυπάκια της πόλης μας τότε, συχνάζαν στην Πρίγκηπος Νικολάου – Σβώλου, λέγεται τώρα – που ήταν το youth hostel. Κι έτσι τα διψασμένα, τρελά ελληνάκια μαθαίναν τι γίνεται. Έπαιρναν δίσκους από τους χίπηδες, τους άκουγαν να παιζουν κιθάρα, βολτάρανε στην παραλία, επικοινωνούσαν μαζί τους. Αυτά μου τα λένε οι πιο παλιοί από μένα, μουσικοί – ροκάδες, οι οποίοι μου διηγούνταν πως μυήθηκαν στη ροκ. Και έτσι μπήκε το ροκ εν ρολ στη Θεσσαλονίκη και έχουμε τις πρώτες ροκ μπάντες από τη δεκαετία του ’60.


Πώς το βλέπεις το Λονδίνο τώρα σε σχέση με τότε;
Κάποια στιγμή είχαμε έρθει το 2007- 2008 με τον  Coti και τον Βελιώτη και δε μου άρεσε. Το βρήκα σε σχέση με τη δεκαετία του ‘90 πολύ αγχωμένο.
Αυτό που παρατηρούμε εμείς είναι μία απίστευτη οργάνωση σε όλα. Ας πούμε είχαμε πάει σε μία πορεία ενάντια στον Trump, και ακόμα και αυτή ήταν οργανωμένη, χωρίς επεισόδια, χωρίς αναταραχές.
Μιλάμε για οργανωμένη κοινωνική αστική ζωή εδώ και εκατονταετίες. Τάξεις, κινήματα, εργάτες, παμπ τις εποχές που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ούτε σαν σκέψη αυτά. Τώρα μου περιγράφουν κάτι παιδιά που ζουν στην Αγγλία χρόνια, ότι κάθε τάξη εδώ δουλεύει συνειδητά για την ανώτερη, η ανώτερη για την ακόμα πιο πάνω και ούτω καθεξής. Υπάρχει πυραμίδα, η οποία δεν αμφισβητείται. Τραγικός βιωμένος καπιταλισμός.
Τα πάντα είναι περιχαρακωμένα, προγραμματισμένα. Φαντάζομαι ακόμα και οι πορείες θα ήταν μέχρι τις 9 και 10. Να πάρει κάνας φωτογράφος κάνα πλάνο, να γίνεται θέμα στα μέσα, και μετά τέλος.

Παρασκευή

Χαιρετίσματα στους συγκρατούμενους στο Στρατόπεδο του Χρέους.



Του Σταμάτη Στεφανάκου

Έχετε αναλογιστεί τι είναι μια φυλακή; Πως λειτουργεί; Πως διοικείται; Πως ζούνε οι έγκλειστοι; Ας επεκτείνουμε την έννοια μιας φυλακής χωρίς κάγκελα, χωρίς τοίχους. Με τι θα έμοιαζε; Με ένα ανοικτό στρατόπεδο.

Σήμερα θα κάνουμε μαζί ένα ταξίδι μέσα σε αυτή την ιδιότυπη φυλακή. Θα περιγράψω όσο μπορώ πιο αδρά τι συμβαίνει όταν η φυλακή απλώνεται στο μέγεθος ας πούμε μια περιοχής με σαφή γεωγραφικά όρια. Ας πούμε ως παράδειγμα στο μέγεθος του Στρατόπεδο του Χρέους , στο μέγεθος, ας πούμε της Ελλάδος.

Ας ξεκινήσουμε με τον κόσμο που ζει μέσα στο Στρατόπεδο. Θα ξεκινήσω από την κορυφή της τροφικής αλυσίδας πηγαίνοντας προς τον βάση.

Στην κορυφή, βρίσκεται η Διοίκηση. Πολλά προνόμια, χρήμα, σχετική ασφάλεια και εννοείτε και "τυχερά". Το προσωπικό που την απαρτίζει χωρίζεται σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που κινεί τα νήματα. Αυτό που φαίνεται προκύπτει από. ψηφοφορίες από τους έγκλειστους και προέρχεται από συγκεκριμένες ολιγαρχικές μειοψηφικές κλίκες, σαφώς εγκεκριμένες από το προσωπικού που δεν φαίνεται. Οι κλίκες αυτές όταν ανεβαίνουν στην Διοίκηση μετά από ψηφοφορία μπορούν να διορίσουν μέλη τους ή φίλα προσκείμενα πρόσωπα σε διάφορες θέσεις ώστε να καλύπτουν χαμηλόβαθμες θέσεις. Μερικές φορές μερικά μέλη τους γίνονται ο αποδιοπομπαίος τράγος για κάποιο διάστημα, έτσι για να υπάρχει ψευδαίσθηση δικαιοσύνης και ταπεινότητας.

Το ενδιαφέρον έχει το τμήμα του προσωπικού που κινεί τα νήματα και δεν φαίνεται ή μάλλον ας πούμε ότι επεμβαίνει χωρίς να αφήνει ίχνη. Το προσωπικό αυτό ορίζει τα οικονομικά και τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων φυλακών. Επίσης μεταβάλει τις συνθήκες λειτουργίας της φυλακής όπως και τις σχέσεις μεταξύ Διοίκησης και εγκλείστων. Στην ουσία ασκεί την ουσιαστική διοίκηση τους ιδρύματος. Κάνεις δεν έχει σαφή εικόνα για το πλαίσιο το όποιο καθορίζει την λειτουργία του όπως και τις λεπτομέρειες στην δομή και την ανάπτυξη στρατηγικών. Βαθύ πέπλο καλύπτει κάθε πτυχή του, κάθε κίνηση, κάθε απόφαση. Μύθοι και θεωρίες συνωμοσίας βοηθούν στην σύγχυση για τον πραγματικό τους ρόλο. Σημειώστε το ακόλουθο: ότι οι οικονομικοί πόροι που διαθέτουν τους επιτρέπουν να έχουν ένταξή προσωπικό που έχει την δυνατότητα να αναλύει, σχεδιάζει και να εφαρμόζει πολιτικές με απόλυτη ακρίβεια.

Το επόμενο στάδιο στην τροφική αλυσίδα είναι οι Επόπτες. Το προσωπικό αυτό προέρχεται κατευθείαν από τους έγκλειστους. Η δουλειά του, ο λόγος ύπαρξης του, είναι να εφαρμόζει τις αποφάσεις της Διοίκησης και να ελέγχει τους έγκλειστους. Έχει κάποια λίγα προνόμια και ίσως και κάποιες οικονομικές απολαβές, σαφέστατα περισσότερη ασφάλεια από τους υπόλοιπους κρατούμενους. Οι Επόπτες δοξάζουν την Διοίκηση, και διαδίδουν με κάθε τρόπο την πίστη τους σε αυτή. Κατά κάποιο τρόπο ακόμα και η ύπαρξη τους , θεωρείται επιβράβευση για τους υπόλοιπους. Είναι μια μικρή ελίτ εξαιρετικά χρήσιμη γιατί παράγει πολλούς αναλώσιμους και κοστίζει ελάχιστα στην Διοίκηση. Φυσικά η Διοίκηση πάντα μιλάει για αυτούς ότι έχουν συμάντικο κόστος όπως και ότι κάνουν εξαιρετική δουλειά. Αναγνώριση και περιφρόνηση στο ίδιο πακέτο, με την λογική μαστίγιο και καρότο...

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ


Σχεδὸν ὅλοι θὰ συμφωνήσουν ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ βαθιὰ διαταραγμένη κοινωνία. Μία ἀπὸ τὶς πλέον εὐρέως διαδεδομένες ἐκδηλώσεις τῆς παραφροσύνης ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας εἶναι ἡ ἀριστεροφροσύνη. Γι’ αὐτὸ μία ἀνάλυση τῆς ψυχολογίας τῆς Ἀριστερᾶς μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει ὡς εἰσαγωγὴ στὴν ἀνάλυση τῶν προβλημάτων τῆς σύγχρονης κοινωνίας ἐν γένει.

Τί εἶναι ὅμως ἡ ἀριστεροφροσύνη; Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πρώτου ἥμισυ του 20ού αἰώνα ἡ Ἀριστερὰ μποροῦσε κατ’ οὐσίαν νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὸν σοσιαλισμό. Σήμερα τὸ κίνημα εἶναι κατακερματισμένο καὶ δὲν εἶναι σαφὲς ποιὸς κανονικὰ μπορεῖ νὰ ἀποκαλεῖται ἀριστερός. Σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ὅταν ὁμιλοῦμε περὶ ἀριστερῶν ἀναφερόμαστε κυρίως στοὺς σοσιαλιστές, στοὺς κολεκτιβιστές, στοὺς ὑπέρμαχους τῆς «πολιτικῆς ὀρθότητας», στὶς φεμινίστριες, στοὺς «γκέι», στοὺς πράττοντες (ἀκτιβιστές) ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀτόμων μὲ ἀναπηρία, στοὺς πράττοντες ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ζώων καὶ οὕτω καθεξῆς. Δὲν εἶναι ὅμως ἀριστερὸς καθένας ποὺ συνδέεται μὲ κάποιο αὐτὰ τὰ κινήματα. Ἐμεῖς ὅμως δὲν ἀσχολούμαστε μὲ τὴν Ἀριστερὰ τόσο ὡς κίνημα ἢ ὡς ἰδεολογία ὅσο ὡς ἕναν ψυχολογικὸ τύπο ἢ καλύτερα ὡς μία ποικιλία συναφῶν τύπων. Ἔτσι, αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε λέγοντας «ἀριστεροφροσύνη» θὰ ἀναδειχθεῖ σαφέστερα κατὰ τὴν πορεία τῆς ἀνάλυσης τῆς ἀριστερῆς ψυχολογίας (βλ. ἐπίσης τὶς παραγράφους 227-230).

Μολαταύτα, ἡ ἀντίληψή μας περὶ ἀριστεροφροσύνης θὰ παραμείνει κατὰ πολὺ λιγότερο σαφὴς ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐπιθυμούσαμε, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ διορθωθεῖ. Τὸ μόνο ποὺ προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε ἐδῶ εἶναι νὰ ἐπισημάνουμε ἁδρὰ καὶ χονδρικὰ τὶς δυὸ ψυχολογικὲς τάσεις ποὺ πιστεύουμε ὅτι εἶναι οἱ βασικὲς κινητήριες δυνάμεις τῆς σύγχρονης ἀριστεροφροσύνης. Κατὰ κανέναν τρόπο δὲν ἰσχυριζόμαστε πὼς λέμε ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀριστερὴ ψυχολογία. Ἐπίσης, ἡ ἀνάλυσή μας πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθεῖ μόνο στὴν σύγχρονη Ἀριστερά. Ἀφήνουμε ἀνοικτὸ τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ πόσον θὰ μποροῦσε ἡ ἀνάλυσή μας νὰ ἐφαρμοσθεῖ στοὺς ἀριστερούς του 19ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ού αἰώνα.

Τὶς δυὸ ψυχολογικὲς τάσεις ποὺ ἀποτελοῦν τὴν βάση τῆς σύγχρονης ἀριστεροφροσύνης τὶς ἀποκαλοῦμε «αἰσθήματα κατωτερότητας» καὶ «ὑπερκοινωνικοποίηση». Τὰ αἰσθήματα κατωτερότητας ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς σύγχρονης Ἀριστερᾶς στὸ σύνολό της, ἐνῶ ἡ ὑπερκοινωνικοποίηση χαρακτηρίζει μόνο ἕνα συγκεκριμένο τμῆμα της, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ τμῆμα εἶναι ἐξαιρετικὰ σημαντικό.

Τὰ αἰσθήματα κατωτερότητας

Μὲ τὸν ὄρο «αἰσθήματα κατωτερότητας» δὲν ἐννοοῦμε μόνο τὰ αἰσθήματα κατωτερότητας ὑπὸ τὴν αὐστηρὴ ἔννοια τοῦ ὄρου ἀλλὰ ἕνα ὁλόκληρο φάσμα συγγενῶν χαρακτηριστικῶν: τὴν χαμηλὴ αὐτοεκτίμηση, τὰ αἰσθήματα ἀδυναμίας, τὶς καταθλιπτικὲς τάσεις, τὴν ἠττοπάθεια, τὴν ἐνοχή, τὸ μίσος γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτὸ κτλ. Ὑποστηρίζουμε ὅτι οἱ σύγχρονοι ἀριστεροὶ παρουσιάζουν τὴν τάση νὰ ἔχουν τέτοια αἰσθήματα (πιθανῶς λιγότερο ἢ περισσότερο καταπιεσμένα) καὶ ὅτι τὰ αἰσθήματα αὐτὰ εἶναι καθοριστικὰ γιὰ τὴν κατεύθυνση ποὺ θὰ λάβει ἡ σύγχρονη ἀριστεροφροσύνη.

Ὅταν κάποιος ἐκλαμβάνει ὡς ὑποτιμητικὸ σχεδὸν ὁτιδήποτε λέγεται γι’ αὐτὸν (ἢ γιὰ τὶς ὁμάδες μὲ τὶς ὁποῖες ταυτίζεται) συμπεραίνουμε ὅτι ἔχει αἰσθήματα κατωτερότητας ἢ χαμηλὴ αὐτοεκτίμηση. Ἡ τάση αὐτὴ εἶναι ἔκδηλη σὲ ὑποστηρικτὲς τῶν δικαιωμάτων τῶν μειονοτήτων, ἀσχέτως ἐὰν ἀνήκουν στὶς ὁμάδες μειονοτήτων τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα ὑποστηρίζουν. Εἶναι ὑπερευαίσθητοι μὲ τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ χαρακτηριστοῦν οἱ μειονότητες. Οἱ ὄροι «νέγρος», «ἀνατολίτης», «ἀνάπηρος» ἢ «γυναικάκι», οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἀντιστοίχως σὲ ἕναν Ἀφρικανό, σὲ ἕναν Ἀσιάτη, σὲ ἕνα ἄτομο μὲ ἀναπηρία ἢ σὲ μία γυναίκα στὴν ἀρχὴ δὲν εἶχαν ὑποτιμητικὴ σημασία. Οἱ λέξεις «broad» (γκόμενα) καὶ «chick» (γυναικάκι) ἦταν ἁπλῶς τὰ θηλυκὰ ἀντίστοιχα τοῦ «guy» (τύπος), «dude» (λιμοκοντόρος) ἢ «fellow» (μακαντάσης). Τὴν ἀρνητικὴ σημασία σὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τὴν ἔχουν προσδώσει οἱ ἴδιοι οἱ ἀκτιβιστές. Μερικοὶ πράττοντες ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ζώων ἔχουν φθάσει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀπορρίπτουν τὴν λέξη «pet» (κατοικίδιο) καὶ νὰ ἐπιμένουν νὰ ἀντικατασταθεῖ μὲ τὸν ὄρο «animal companion» (ζῶο συντροφιᾶς). Οἱ ἀριστεροὶ ἀνθρωπολόγοι κάνουν μεγάλες προσπάθειες γιὰ νὰ ἀποφύγουν νὰ ποῦνε ὁτιδήποτε γιὰ τοὺς πρωτόγονους λαοὺς ποὺ θὰ μποροῦσε πιθανῶς νὰ ἑρμηνευτεῖ ὡς ἀρνητικό. Θέλουν νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν λέξη «πρωτόγονος» [primitive] μὲ τὴν λέξη «μὴ ἐγγράμματος»[1] [nonliterate]. Κάνουν σχεδὸν σὰν παρανοϊκοὶ γιὰ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ ὑπαινίσσεται πὼς κάποιος πρωτόγονος πολιτισμὸς εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν δικό μας. (Δὲν ἔχουμε σκοπὸ νὰ ὑπονοήσουμε ὅτι οἱ πρωτόγονοι πολιτισμοὶ εἶναι ὄντως κατώτεροι ἀπὸ τὸν δικό μας. Ἁπλῶς ἐπισημαίνουμε τὴν ὑπερευαισθησία τῶν ἀριστερῶν ἀνθρωπολόγων).